

Διάλογοι & Μουσική
Συνεντεύξεις με Δημιουργούς
Συνέντευξη του Κωνσταντίνου Τερζάκη στη Γιώτα Ευταξία
(*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο «Ραδιόφωνο Τέχνης», 1η Απριλίου 2026
https://www.radiotechnis.gr/keimena/konstantinos-terzakis/)
«Η μουσική, υπό τη διεύθυνση του Κωνσταντίνου Τερζάκη. Ούτε μία λάθος νότα, άψογα εκτελεσμένη από την αρχή έως το τέλος. Αψεγάδιαστη»
(Κριτική δημοσιευμένη στο Οpera Diary για την παραγωγή Μποέμ της Εθνικής Λυρικής Σκηνής [17.03.2025]. Μετάφραση: Γιώτα Ευταξία)
~Για να διατηρήσει ο άνθρωπος την αξία και την αυθεντικότητά του χρειάζεται το «γνώθι σαυτόν» και πίστη στην τέχνη του…~
Κωνσταντίνος Τερζάκης
Αυτό τον μήνα έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε στο «Ραδιόφωνο Τέχνης» έναν από τους πιο ταλαντούχους και δραστήριους Έλληνες αρχιμουσικούς της νεότερης γενιάς, τον Κωνσταντίνο Τερζάκη, ο οποίος μέσω του πάθους και της τεχνικής του καταφέρνει να ενθουσιάσει κοινό και κριτικούς.
Γεννημένος στην Αθήνα, αποφοίτησε από το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου (ειδίκευση: διεύθυνση ορχήστρας υπό τον Μίλτο Λογιάδη) και συνέχισε τις σπουδές του στη διεύθυνση ορχήστρας στο Ηνωμένο Βασίλειο (με τους Μάρτυν Μπράμπινς, Γκάρρυ Ουώκερ και Άλασνταιρ Μίτσελ) με πλήρη υποτροφία από το Βασιλικό Ωδείο της Σκοτίας. Την περίοδο 2022-2023 διετέλεσε βοηθός μαέστρος της Συμφωνικής Ορχήστρας της πόλης του Μπέρμιγχαμ. Το 2022 επιλέχθηκε ως υπότροφος μαέστρος της Ακαδημίας του Φεστιβάλ Λουκέρνης, ενώ το 2021 επιλέχθηκε στο Klangspuren Schwaz με τη διεθνή ακαδημία του Ensemble Modern (IEMA) όπου και ήταν βοηθός αρχιμουσικού του Γιοχάννες Καλίτσκε. Στη μέχρι τώρα σταδιοδρομία του έχει συνεργαστεί με πολυάριθμα σύνολα και οργανισμούς, μεταξύ άλλων, Ergon Ensemble, Σύνολο Σύγχρονης Μουσικής της πόλης του Μπέρμιγχαμ, Συμφωνική Ορχήστρα Δήμου Αθηναίων, Εθνική Λυρική Σκηνή, Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, Συμφωνιέτα της Δρέσδης, ΤΕΤΤΤΙΞ, Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, Συμφωνική Ορχήστρα και Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής ΕΡΤ, ενώ έχει συνεργαστεί με εξέχοντες καλλιτέχνες. Ζει και εργάζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ακολουθεί η άκρως ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχα μαζί του!
Γιώτα Ευταξία
Γιώτα Ευταξία: Αγαπητέ κύριε Τερζάκη, σας καλωσορίζω στο Ραδιόφωνο Τέχνης. Είναι μεγάλη μας χαρά που δεχτήκατε την πρόσκληση αυτή.
Κωνσταντίνος Τερζάκης: Σας ευχαριστώ κι εγώ θερμά για την πρόσκληση. Είναι χαρά μου!
Γιώτα Ευταξία: Θα ξεκινήσω τον διάλογό μας με την πρόσφατη παραγωγή που διευθύνατε στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Πρόκειται για την όπερα Μποέμ του Τζάκομο Πουτσίνι. Ως αρχιμουσικός, πώς προσεγγίσατε τη συγκεκριμένη όπερα; Εντοπίσατε κάτι ιδιαίτερα ξεχωριστό;
Κωνσταντίνος Τερζάκης: Η όπερα Μποέμ είναι ένα διαχρονικό αριστούργημα, το οποίο μάλιστα έχει πολύ μεγάλη απήχηση και στο ελληνικό κοινό. Η όπερα αυτή αποτελεί και ένα σημαντικό κομμάτι της μουσικής ταυτότητας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, λόγω της βαθιάς εμπειρίας που έχει η ορχήστρα παίζοντάς την ουκ ολίγες φορές! Η δική μου προσέγγιση ως προς την παραγωγή ήταν αυτή που θα είχα με οποιαδήποτε όπερα. Να γνωρίσω το καστ και να ανακαλύψω την χημεία μας, όπως φυσικά και την ορχήστρα - την οποία είχα την χαρά να τη γνωρίσω πριν από αυτή την παραγωγή - και να τους φέρω μαζί για να δημιουργηθεί αυτή η πολύ ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τραγουδιστών και ορχήστρας που συμβαίνει στην όπερα.
Γιώτα Ευταξία: Έχετε ήδη διανύσει μια αξιέπαινη καλλιτεχνική πορεία εντός κι εκτός των ελληνικών συνόρων. Ποια θα λέγατε ότι είναι εκείνα τα στοιχεία που καθόρισαν την καλλιτεχνική σας εξέλιξη;
Κωνσταντίνος Τερζάκης: Ένας συνδυασμός πραγμάτων σίγουρα και σπάνια ευδιάκριτος. Οι σπουδές μου στη Βασιλική Ακαδημία της Σκoτίας μου έδωσαν την ευκαιρία να συνεργαστώ με συμφωνικές ορχήστρες υψηλού καλλιτεχνικού επιπέδου, ενώ με βοήθησαν να εξελιχθώ όχι μόνο ως μαέστρος, αλλά και ως άνθρωπος. Είχα την τύχη να αποκτήσω τη θέση του βοηθού αρχιμουσικού στη Συμφωνική Ορχήστρα της πόλης του Μπέρμιγχαμ, μιας ορχήστρας που θαυμάζω πολύ και η οποία μου έδωσε πολλές όμορφες στιγμές δημιουργίας και όχι μόνο, συνιστώντας ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια της καλλιτεχνικής μου εξέλιξης. Ακόμα, επιλέχθηκα ως υπότροφος αρχιμουσικός της Ακαδημίας του Φεστιβάλ Λουκέρνης το 2022. Αυτή ήταν μια μεγάλη εμπειρία για εμένα και είχα την ευθύνη για σημαντικά πρότζεκτ. Φυσικά, δεν θα μπορούσα να παραλείψω το ενδιαφέρον μου και για τη σύγχρονη μουσική, όπου η επαφή μου με την Ακαδημία του Ensemble Modern στη Λουκέρνη, ως υπότροφος, και στο Ίνσμπρουκ της Αυστρίας, ως σπουδαστής και βοηθός του Γιοχάννες Καλίτσκε στο Klangspuren Schwaz έπαιξαν επίσης κομβικό ρόλο στην εξέλιξή μου.
Γιώτα Ευταξία: Κάνοντας μια αναδρομή στον χρόνο, μπορείτε να μας περιγράψετε εκείνη την πρώτη φορά που κληθήκατε να ανεβείτε στο πόντιουμ; Ποια ήταν τα συναισθήματα που βιώσατε;
Κωνσταντίνος Τερζάκης: Η πρώτη φορά που βρέθηκα στο πόντιουμ ήταν κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών σπουδών μου στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και θυμάμαι να βρίσκομαι στο πόντιουμ την ημέρα που θα ξεκινούσα τις πρόβες με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Πανεπιστημίου στο έργο Te Deum του Σαρπαντιέ για ορχήστρα και χορωδία (2014). Είχα άγχος και ίσως ανυπομονησία, αλλά στα πρώτα πέντε λεπτά ένιωθα ότι βρίσκομαι σε ένα πολύ θερμό και οικείο περιβάλλον. Η ενεργή συμμετοχή και χαρά των μουσικών να κάνουμε μουσική μαζί με γέμιζε με ενθουσιασμό και αυτό δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα.
Γιώτα Ευταξία: Στη μέχρι τώρα πορεία σας, έχοντας ήδη πραγματοποιήσει συνεργασίες με σημαντικές ορχήστρες του εξωτερικού, εντοπίζετε διαφορές σε σύγκριση με τις ορχήστρες της χώρας μας;
Κωνσταντίνος Τερζάκης: Εντοπίζω διαφορές και μεταξύ των ορχηστρών στην Ελλάδα, καθώς είναι πάντα διαφορετικές οι προσωπικότητές τους και ο χαρακτήρας των συνεργασιών. Όσον αφορά τις ορχήστρες του εξωτερικού, υπάρχουν διαφορές στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι ορχήστρες στην Αγγλία για παράδειγμα, σαν την ορχήστρα της πόλης του Μπέρμιγχαμ, σε σύγκριση με την Ελλάδα, αλλά δεν αλλάζει η ουσία. Θα έλεγα ότι ενδεχομένως αυτές οι διαφορές προκύπτουν στον καλλιτεχνικό προγραμματισμό και στο όραμα της κάθε ορχήστρας, στους ρυθμούς εμφανίσεων και στον βαθμό εξωστρέφειας που έχει ο κάθε οργανισμός (πολιτισμικά, touring κλπ.)
Γιώτα Ευταξία: Για έναν νέο καλλιτέχνη που ξεκινά την καριέρα του στην Ελλάδα, θεωρείτε ότι υπάρχουν ευκαιρίες ή η διαφυγή στο εξωτερικό αποτελεί μονόδρομο;
Κωνσταντίνος Τερζάκης: Είναι μία ερώτηση που δεν νομίζω ότι έχει μία απάντηση που να καλύπτει το εύρος της ολοκληρωτικά. Για κάθε καλλιτέχνη που βρίσκεται στην Ελλάδα, θεωρώ πως υπάρχουν σημαντικές ευκαιρίες, δείγματα και προσπάθειες υψηλού καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος για να εξελιχθεί και να αποκτήσει τα εφόδια που χρειάζεται. Άλλωστε, από την Ελλάδα ξεκίνησα κι εγώ και αμφιβάλλω ότι θα ήμουν ο ίδιος εάν δεν είχα τους ανθρώπους που με εκπαίδευσαν μουσικά και ήταν κοντά μου στην παιδική και νεανική μου ηλικία. Λόγω της τριβής, όμως, που δεν είναι αναλογικά ισάξια ή κοντά σε αυτήν που θα βρει κανείς στο Ηνωμένο Βασίλειο για παράδειγμα, η επαφή για ένα σεβαστό διάστημα σε ένα τέτοιο περιβάλλον ίσως δίνει περισσότερα ερεθίσματα και ευκαιρίες για περαιτέρω εξέλιξη. Θα ήθελα να σημειώσω πως τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, μιας και αναφέρθηκα στην εξωστρέφεια, οργανισμοί σαν την Εθνική Λυρική Σκηνή σημειώνουν σημαντική επιτυχία και εξέλιξη σε αυτό τον τομέα και είναι κάτι που με χαροποιεί ιδιαίτερα.
Γιώτα Ευταξία: Ο μαέστρος επιδιώκει κάθε φορά να πετύχει το απόλυτα συναισθηματικό, το εκφραστικό, το έντονο διατηρώντας παράλληλα την απαραίτητη ακρίβεια. Πώς επιτυγχάνεται αυτός ο συνδυασμός;
Κωνσταντίνος Τερζάκης: Θα πίστευε κανείς ότι είναι θέμα ελέγχου να πετύχει το παραπάνω που περιγράφετε. Για να πετύχει ο μαέστρος το απόλυτα συναισθηματικό αποτέλεσμα, προϋποθέτει μία εξαιρετική μουσική χημεία με την ορχήστρα. Η ακρίβεια έρχεται μέσω συγκέντρωσης και δουλειάς κατά τη διάρκεια των δοκιμών, αλλά και μέσω της εμπιστοσύνης, η οποία είναι σημαντική. Όταν μεταξύ της ορχήστρας και του μαέστρου υπάρχει σύνδεση και μουσική συνομιλία, τότε γίνονται ένα και δημιουργείται το παραπάνω που περιγράψατε.
Γιώτα Ευταξία: Σε ποιο βαθμό πιστεύετε ότι μπορεί να επέμβει ο μαέστρος στην ερμηνεία ενός έργου;
Κωνσταντίνος Τερζάκης: Σε σημαντικό βαθμό, αρκεί η επέμβαση να είναι μελετημένη και με μουσική πειθώ. Αρκετές φορές νέοι, αλλά και μεγαλύτεροι μαέστροι, έχουν μία ιδέα που ακούγεται πολύ καλά στο μυαλό τους και θέλουν να ερμηνευτεί το κομμάτι με αυτό τον τρόπο, αγνοώντας τη μουσική δομή της σύνθεσης. Kάποιοι άλλοι προσθέτουν τα δικά τους μουσικά σχόλια και ιδέες βασισμένοι πάνω στον οραματισμό και στη δημιουργία του συνθέτη. Προφανώς, η δεύτερη περίπτωση είναι και η ηθικά πιο ορθή.
Γιώτα Ευταξία: Θεωρείτε ότι η ερμηνεία ενός έργου διαφέρει από εποχή σε εποχή; Μπορεί να δοθούν διαφορετικά νοηματικά συγκείμενα ανάλογα με τις ανάγκες και απαιτήσεις της εποχής;
Κωνσταντίνος Τερζάκης: Η ερμηνεία μπορεί να επηρεαστεί από τις ερμηνευτικές συνθήκες και κουλτούρες της κάθε εποχής, αλλά θεωρώ πως είναι πάντα κάτι αρκετά προσωπικό. Επομένως ναι μεν, αλλά σε κάθε εποχή η ερμηνεία βασίζεται στον καλλιτέχνη και στη μουσική του προσωπικότητα.
Γιώτα Ευταξία: Με ποιο κριτήριο επιλέγετε τα μουσικά κομμάτια που θα διευθύνετε;
Κωνσταντίνος Τερζάκης: Το να δημιουργηθεί ένα πρόγραμμα (συναυλιακό για παράδειγμα) είναι σαν μια ιστορία/εμπειρία που θέλουμε να βιώσει το κοινό. Συνήθως αυτό είναι το πρώτο και κύριο κριτήριο. Kάποιες φορές έχει θεματική σύνδεση ή μπορεί να είναι αφιέρωμα στη μνήμη κάποιου συνθέτη κλπ. Όταν καλούμαι να επιλέξω τα έργα, ακόμα και σε ένα τέτοιο πλαίσιο, με απασχολεί πάντα να είναι ώριμα μέσα μου ή /και κοντά στη μουσική μου προσωπικότητα.
Γιώτα Ευταξία: Από τις έως τώρα συνεργασίες σας τι έχετε κερδίσει ως μουσικός, αλλά και ως άνθρωπος;
Κωνσταντίνος Τερζάκης: Πολλές μουσικές στιγμές που ένιωσα απόλυτη ευτυχία. Ένιωσα επίσης γοητεία μέσω της δύναμης της μουσικής και φυσικά γνώρισα υπέροχους ανθρώπους που έχω πλέον κοντά μου σε αυτό το ταξίδι.
Γιώτα Ευταξία: O σπουδαίος αρχιμουσικός Δημήτρης Μητρόπουλος είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: H επιθυμία μιας δημιουργικής ερμηνείας κρέμεται από την προσωπικότητα του μαέστρου και από τη φιλοσοφία του. Για εσάς, ποιος είναι ο πρωταρχικός σκοπός όταν διευθύνετε;
Κωνσταντίνος Τερζάκης: Για εμένα είναι κρίσιμο ο μαέστρος να είναι αληθινός προς τον εαυτό του και ως επέκταση προς την ορχήστρα. Η προσωπικότητα και η φιλοσοφία είναι εξαιρετικά σημαντικοί παράγοντες. Θα προσθέσω πως η χημεία μεταξύ της ορχήστρας και του μαέστρου και η μουσική εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο είναι αυτό που κάνει κάθε συνεργασία ιδιαίτερη και πετυχαίνει το βάθος στις μουσικές ερμηνείες.
Γιώτα Ευταξία: Το τελευταίο διάστημα βρίσκεται εντονότερα στο προσκήνιο το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης. Μεγάλη ανησυχία επικρατεί φυσικά και στον τομέα της μουσικής, καθώς πολλοί πιστεύουν ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αντικαταστήσει την ανθρώπινη δημιουργικότητα, υπονομεύοντας τους ίδιους τους μουσικούς. Ποια είναι η δική σας άποψη επί του θέματος;
Κωνσταντίνος Τερζάκης: Είναι πολύ μικρή η ανησυχία μου στο κομμάτι της τεχνητής νοημοσύνης και της μουσικής. Παρόλο που σε άλλους τομείς πραγματικά μπορεί να δημιουργήσει μεγάλες επιτυχίες, αλλά και ανησυχίες, η μουσική και η ερμηνεία έχουν πάντα κάτι ανθρώπινο που δεν διαβάζεται από προγράμματα και μπορεί να φτάσει κοντά, αλλά όχι στην ουσία της καλλιτεχνικής υπόστασης ενός ερμηνευτή. Εφόσον το συναίσθημα δεν μπορεί να αναπαραχθεί με τεχνητό τρόπο, έτσι δεν μπορεί και η ερμηνεία να προκύψει από όποια τεχνητή νοημοσύνη – ας ελπίσουμε δηλαδή.
Γιώτα Ευταξία: Πώς βλέπετε σε παγκόσμιο επίπεδο την πορεία της κλασικής μουσικής, αλλά και της τέχνης γενικότερα, λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη των νέων τεχνολογιών;
Κωνσταντίνος Τερζάκης: Ανάλογα τη χώρα υπάρχει και η ανάλογη κουλτούρα σχετικά με την κλασική μουσική. Τελευταία υπάρχει μία τάση για έντονα χορευτική και ρυθμική μουσική και αρκετούς ηλεκτρονικούς ήχους. Εντούτοις, όσο οι οργανισμοί κάθε πολιτισμού προσπαθούν να φέρουν με έξυπνο τρόπο το κοινό στους συναυλιακούς χώρους, τόσο θα υπάρχει και η ελπίδα πως περισσότερος κόσμος θα έρχεται σε επαφή με την κλασική μουσική. Πάντα μου κάνει εντύπωση και μου δίνει μεγάλη ικανοποίηση όταν, για παράδειγμα, έρχεται κάποιος στην Εθνική Λυρική Σκηνή για να δει την όπερα Μποέμ, χωρίς να έχει δει ξανά όπερα και φεύγοντας λέει ότι του άρεσε πολύ και θα βρει κι άλλη όπερα για να ξαναέρθει. Αυτό μας επιβεβαιώνει πως η ανταπόκριση υπάρχει μετά την επαφή, η οποία πρέπει να προκύψει με τρόπους δημιουργικούς.
Γιώτα Ευταξία: Στη σημερινή ζοφερή πολιτισμική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, μπορεί κανείς να διατηρήσει την αξία του και την αυθεντικότητά του;
Κωνσταντίνος Τερζάκης: Είμαστε βαθιά επηρεασμένοι από πολύ αυστηρά πρότυπα και προκαταλήψεις στην κοινωνία του σήμερα και η ελευθερία προκύπτει από την αποδοχή και αποφυγή αυτών, ανάλογα τον κάθε άνθρωπο και τις επιλογές του. Για να διατηρήσει ο άνθρωπος την αξία και την αυθεντικότητά του χρειάζεται το «γνώθι σαυτόν» και πίστη στην τέχνη του, διότι οι απόψεις είναι πολλές και λόγο έχουν όλοι. Σημασία έχει η σκληρή δουλειά σε αυτό που αγαπάει κανείς και… λίγο τύχη.
Γιώτα Ευταξία: Βασικό περιεχόμενο του Ραδιοφώνου Τέχνης είναι η μουσική και η ποίηση. Πώς γίνεται εφικτή η αποτελεσματική συνομιλία των δύο αυτών τεχνών;
Kωνσταντίνος Τερζάκης: Και οι δύο τέχνες εκφράζουν σκέψεις, μηνύματα και ερωτηματικά. Η μία έχει λόγο, η άλλη δεν έχει, όμως πιστεύω ότι και οι δύο χτίζουν κόσμους πραγματικούς και φανταστικούς και όλοι προσπαθούμε να είμαστε κάπου ανάμεσα.
Γιώτα Ευταξία: Επιτρέψτε μου να δανειστώ ένα απόσπασμα από το ποίημα «Για τη μουσική» του Χαλίλ Γκιμπράν: Ω μουσική / Στα βάθη σου αφήνουμε τις καρδιές/ Και τις ψυχές μας/ Εσύ μας δίδαξες να βλέπουμε με τ’ αφτιά μας / Και ν’ ακούμε με τις καρδιές μας.
Η μουσική μπορεί, άραγε, να τραβήξει τον άνθρωπο από τον λήθαργό του και να δονήσει τις χορδές του πνεύματος και της καρδιάς του;
Κωνσταντίνος Τερζάκης: Η μουσική, αν μη τι άλλο, απευθύνεται κατευθείαν στο υποσυνείδητο του ανθρώπου. Μπορεί να αγγίξει και τις πιο ευαίσθητες πλευρές και μπορεί να δημιουργήσει ένα ιδανικό περιβάλλον για να νιώσει και να εκφράσει ο άνθρωπος πράγματα τα οποία, ίσως, να μην μπορεί να επικοινωνήσει λεκτικά ή φωναχτά. Οπότε, ναι, πιστεύω ότι η μουσική μπορεί να γαληνέψει και να δονήσει τις χορδές του πνεύματος και της καρδιάς.
Γιώτα Ευταξία: Φτάνοντας στο τέλος της συζήτησής μας υπάρχει κάποιο ποίημα που σας συγκινεί ιδιαίτερα; Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας ένα απόσπασμά του;
Κωνσταντίνος Τερζάκης: Η Marguerite Yourcenar [Μαργκερίτ Γιουρσενάρ] πάντα με εντυπωσίαζε για τον ιδιαίτερο τρόπο ποίησής της, αν και η αγαπημένη μου στιγμή της είναι το βιβλίο «Φωτιές». Σας επισυνάπτω ένα σύντομο ποίημά της.
Yoke poem
The women where I come from bear a yoke on their
shoulders.
Their slow grave hearts tick tock between these two poles.
At each step two great pails brimming with milk bang
against their legs;
Milk-cows' mother-soul, the foam of chewed grass gushes in
soft sickly streams.
I am like the servant-girl on the farm;
I stride the length of pain with a firm step.
The left-side pail is full of blood;
You may drink your fill of that strong juice.
The right-side pail is full of ice;
Lean over it and study the fatigue on your face.
And so I pass between my destiny and my fate;
Between my blood, warm flow, and my love, limpid death.
And when I can be sure that neither mirror nor drink
Can any more distract or reassure your wild heart
I won't smash the resigned mirror;
I won't spill the pail where my whole life has bled.
I'll go, bearing my pail of blood, into black night,
To be among ghosts-they at least will drink.
But with my pail of ice I'll head into the tide.
The moan of little waves will be less gentle than my sobs.
A great pallid face will appear on the dune,
And this mirror you reject will give back the calm of
the moon.
Copyright ©: Marguerite Yourcenar
Γιώτα Ευταξία: Κύριε Τερζάκη σας ευχαριστώ θερμά για αυτή την υπέροχη συζήτηση και εύχομαι από καρδιάς κάθε επιτυχία στο έργο σας!
Κωνσταντίνος Τερζάκης : Σας ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση κα Ευταξία και εύχομαι τα καλύτερα και σε εσάς!
Konstantinos Terzakis: Interview with Giota Eftaxia
‘’The music, conducted by Konstantinos Terzakis. Not a single false note, perfectly executed from start to finish. Flawless.’’
(Review published in Opera Diary for the Greek National Opera’s production of La bohème [17.03.2025].
"For someone to maintain their value and authenticity, they need self – knowledge and confidence in their art’’
— Konstantinos Terzakis
This month at ‘Radio Art’, we have the pleasure of hosting one of the most talented and dynamic Greek conductors of the new generation, Konstantinos Terzakis, who impresses audiences and critics alike with his passion and with his passion and technique.
Born in Athens, he graduated from the Department of Music Studies at the Ionian University (orchestral conducting under Miltos Logiadis) and continued his conducting studies in the United Kingdom (with Martyn Brabbins, Garry Walker and Alasdair Mitchell) as full scholar of the Royal Conservatoire of Scotland. During the 2022–2023 season, he served as assistant conductor of the City of Birmingham Symphony Orchestra. In 2022, he was selected Fellow Conductor at Lucerne Festival and Conductor of the Klangspuren Schwaz 2021 under the International Ensemble Modern Academy where he assisted Johannes Kalitzke. Throughout his career, he has collaborated with numerous ensembles and organizations, including Ergon Ensemble, Birmingham Contemporary Music Group, Athens Municipality Symphony Orchestra, Greek National Opera, Athens Epidaurus Festival, Sinfonietta Dresden, TETTTIX, Athens State Orchestra, Thessaloniki State Orchestra, Hellenic Broadcasting Corporation National Symphony Orchestra and Contemporary Music Orchestra. He currently lives and works in the UK.
Below you will find the interesting conversation I had with him!
Giota Eftaxia
Giota Eftaxia: Dear Mr. Terzakis, welcome to Radio Art. It is a great pleasure for us that you have accepted our invitation.
Konstantinos Terzakis: Thank you very much for the invitation. It’s my pleasure!
G.E.: Let’s start with your latest production at the Greek National Opera, La bohème by Giacomo Puccini. How did you approach this opera as a conductor? Did you find anything particularly unique in it?
K.T.: The opera La bohème is a timeless masterpiece that is very appealing to Greek audiences. It’s also a significant part of the Greek National Opera’s musical identity, as the orchestra has performed it many times. My approach was the same as with any other opera. I wanted to get to know the cast and find out what chemistry was like between the singers and the orchestra—with whom I have worked before—and I wanted to bring everyone together to foster that special relationship between singers and orchestra that’s essential in opera.
G.E.: You have already had an admirable artistic career both in Greece and abroad. What factors have shaped your artistic development?
Κ.Τ.: It’s really a mixture of different things. My studies at the Royal Conservatoire of Scotland allowed me to work with high-level symphony orchestras and helped me grow not only as a conductor but also as a person. I was fortunate enough to work as assistant conductor with the City of Birmingham Symphony Orchestra, an orchestra I greatly admire and which offered me many creative experiences—one of the most important parts of my artistic development. I was also selected as a Fellow Conductor at the Lucerne Festival Academy in 2022, where I was responsible for significant projects. And I have to mention my passion for contemporary music, in which my involvement with the International Ensemble Modern Academy in Lucerne and my time as a student and assistant to Johannes Kalitzke at Klangspuren Schwaz in Innsbruck (Austria) played a crucial role.
G.E.: Looking back, can you describe your first experience when you stepped onto the podium? What did you feel?
K.T.: My first time as a conductor was during my undergraduate studies at the Ionian University, when I started rehearsals for Charpentier’s Te Deum for orchestra and chorus with the University’s Symphony Orchestra (2014). I was nervous, perhaps even impatient, but within five minutes I felt like I was in a warm and familiar environment. The active participation of the musicians and their joy in making music together inspired me and that hasn’t changed to this day.
G.E.: Having worked with major orchestras abroad, do you notice any differences to the orchestras in Greece?
K.T.: Εven among Greek orchestras there are differences, as the personalities and the dynamics of collaboration are very different. With foreign orchestras, for example in the UK, such as the Birmingham Orchestra, there are differences in the way they work compared to Greece, even if the essentials remain the same. These differences may lie in the artistic planning, the organizational vision, performance schedules, and the level of outward orientation (cultural, tours, etc.).
G.E.: Do you think there are enough opportunities for a young artist starting out in Greece or is moving abroad the only option?
K.T.: I don’t think there’s a single answer to that. I believe that there are important opportunities and efforts of high artistic value in Greece. After all, I started in Greece and I doubt that I would be the same without the people who taught and supported me in my youth. However, as the level of exposure is not comparable to that in the UK, spending a significant period in such an environment can provide additional incentives and opportunities for growth. That said, I’m very pleased with the recent successes of institutions such as the Greek National Opera that are looking outwards.
G.E.: A conductor strives for emotional intensity and expressiveness without losing precision. How is this balance achieved?
K.T.: One might think it’s all about control, but to achieve deep emotion in the music, you need good chemistry with the orchestra. Precision comes from concentration and thorough rehearsals, but also through trust. When there’s a strong connection and musical dialogue between the conductor and the orchestra, they become one and then magic happens.
G.E.: In your opinion, to what extent can a conductor influence the interpretation of a piece?
K.T.: To a great extent, as long as the intervention is well thought out and musically convincing. Sometimes conductors, whether young or old, have an idea that sounds great in their head, but they ignore the structure of the composition. Others base their interpretations on the composer’s vision. Of course, the latter approach is more ethical.
G.E.: Do you think that interpretations of a piece change over time? Can different eras give a piece different meaning?
K.T.: Interpretations can be influenced by the cultural and musical contexts of their time, but I think they remain quite personal. So, yes and no, the interpretation of each era depends on the artist’s own musical personality.
G.E.: What criteria do you use to select the pieces you conduct?
K.T.: Creating a program (e.g.for a concert) is like creating an experience or story for the audience. That’s usually the main criterion. Sometimes it has a theme or is dedicated to a composer. Even in such cases, I make sure that the pieces mature inside me and align with my musical personality.
G.E.: What have you gained from your collaborations so far, both musically and personally?
K.T.: Many musical moments full of complete happiness. I’ve also felt in awe of the power of music and met amazing people who are now walking this journey with me.
G.E.: The great conductor Dimitri Mitropoulos once said: “The desire for a creative interpretation depends on the conductor’s personality and philosophy.” What is your primary goal when you conduct?
K.T.: For me, it’s crucial that the conductor remains true himself and, therefore also to the orchestra. Personality and philosophy are very important. I would also add that the chemistry and mutual trust between the conductor and the orchestra make every collaboration special and enable deep musical interpretations.
G.E.: Artificial intelligence (AI) is a hot topic today, especially in music. There are fears that it could replace human creativity. What is your opinion on this?
K.T.: My concern about AI in music is minimal. It may be making waves in other fields, but there is something inherently human about music and interpretation that cannot be captured by software. Even when it comes close, it cannot capture the essence of an artist’s expression. As long as emotions can’t be reproduced artificially, this will not be possible in interpretation either— at least we hope so.
G.E.: How do you see the future of classical music and the arts, in the light of new technologies?
K.T.: Every country has its own culture when it comes to classical music. Recently, there has been a trend towards rhythmic, dance-based music and electronic sounds. But, the more cultural institutions find intelligent ways to attract audiences to concert halls, the more hope we have that people will identify with classical music. I’m always delighted when someone who has never seen an opera goes to see La bohème and wants to see more afterwards. This confirms that contact provokes a reaction—and we have to find creative ways to spark this contact.
G.E: It is still possible to preserve one’s value and authenticity in today’s break cultural social and economic reality?
K.T.: We are deeply influenced by rigid social norms and prejudices, and freedom comes from rejecting and overcoming them, depending on the person and their choices. For someone to maintain their value and authenticity, they need self – knowledge and confidence in their art, because there are many opinions and everyone has something to say. What counts is working hard at what you love and… a bit of luck.
G.E.: ‘’Radio Art’’ focuses on music and poetry. How do you think these two art forms can communicate effectively with each other?
K.T.: Both express thoughts, messages and questions. One uses language, the other doesn’t, but both build real and imaginary worlds—and we all try to live somewhere in between.
G.E.: Allow me to use a quote from Khalil Gibran’s poem Divine Music:
“O Music / in your depths we deposit our hearts / and souls / Thou hast taught us to see with our ears / and hear with our hearts.”
Can music wake people up from their lethargy and stimulate the strings of their spirit and heart?
K.T.: Music speaks directly to the subconscious. It can reach the most sensitive parts of us and create an ideal space for expression, often beyond words. So yes, I believe that music can soothe and move the strings of the spirit and heart.
G.E.: As we conclude, is there a poem that touches you deeply? Would you like to share an extract from it?
K.T.: Marguerite Yourcenar has always impressed me with her unique poetic voice, although my favorite of her works is the book Fires. Here’s a short poem of hers:
Yoke poem
The women where I come from bear a yoke on their
shoulders.
Their slow grave hearts tick tock between these two poles.
At each step two great pails brimming with milk bang
against their legs;
Milk-cows' mother-soul, the foam of chewed grass gushes in
soft sickly streams.
I am like the servant-girl on the farm;
I stride the length of pain with a firm step.
The left-side pail is full of blood;
You may drink your fill of that strong juice.
The right-side pail is full of ice;
Lean over it and study the fatigue on your face.
And so I pass between my destiny and my fate;
Between my blood, warm flow, and my love, limpid death.
And when I can be sure that neither mirror nor drink
Can any more distract or reassure your wild heart
I won't smash the resigned mirror;
I won't spill the pail where my whole life has bled.
I'll go, bearing my pail of blood, into black night,
To be among ghosts-they at least will drink.
But with my pail of ice I'll head into the tide.
The moan of little waves will be less gentle than my sobs.
A great pallid face will appear on the dune,
And this mirror you reject will give back the calm of
the moon.
Copyright ©: Marguerite Yourcenar
G.E.: Mr. Terzakis, thank you very much for this wonderful conversation. I sincerely wish you every success in your work!
K.T.: Thank you very much for the invitation, Mrs. Eutaxia. I also wish you all the best!
Φαίδρα Γιαννέλου
Κείμενο: Γιώτα Ευταξία, Μουσικός και Εθνομουσικολόγος (ΕΚΠΑ)
(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο Ραδιόφωνο Τέχνης: https://www.radiotechnis.gr/keimena/faidra-giannelou/)
«Το όνειρο για εμένα είναι ένας εσωτερικός χώρος ελευθερίας. Είναι εκεί όπου δεν υπάρχουν περιορισμοί, ρόλοι ή φόβοι. Εκεί, όπου ο άνθρωπος μπορεί να υπάρξει χωρίς άμυνες. Η μουσική είναι, ίσως, ο πιο άμεσος δρόμος προς αυτό τον χώρο»
Φαίδρα Γιαννέλου
Αυτό τον μήνα έχουμε τη χαρά να υποδεχόμαστε στο «Ραδιόφωνο Τέχνης» μία από τις πιο ταλαντούχες αρχιμουσικούς της νεότερης γενιάς, τη Φαίδρα Γιαννέλου. Ήθος, ειλικρίνεια, διακριτικότητα και ευγένεια ψυχής είναι τα χαρακτηριστικά που τη διακρίνουν, τόσο ως καλλιτέχνιδα όσο και ως προσωπικότητα.
Η Φαίδρα Γιαννέλου ανήκει στη νέα γενιά μαέστρων, που συνδυάζουν υψηλή καλλιτεχνική κατάρτιση με βαθιά στοχαστική προσέγγιση της μουσικής. Πρώτη απόφοιτος Διεύθυνσης Ορχήστρας από ελληνικό πανεπιστήμιο, έχει ήδη διαγράψει μια αξιέπαινη πορεία, ενώ έχει συνεργαστεί με σημαντικές ορχήστρες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Η μουσική, για την ίδια, είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται και μεταλλάσσεται - ένα πεδίο όπου καλλιεργούνται η επικοινωνία και η ενσυναίσθηση, δίνοντας έμφαση στην ανθρώπινη διάσταση της τέχνης και στη μοναδικότητα της ζωντανής εμπειρίας, θυμίζοντάς μας ότι η ελπίδα και το φως βρίσκονται ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές…
Με λόγο ουσιαστικό και ειλικρινή, μας καλεί να δούμε τη μουσική ως έναν χώρο ελευθερίας - έναν τόπο όπου «ο άνθρωπος μπορεί να υπάρξει χωρίς άμυνες», όπως σημειώνει χαρακτηριστικά.
Σας προσκαλώ να συνταξιδέψετε μαζί μας, μέσα από τον όμορφο διάλογο που είχαμε, τον οποίο εύχομαι να απολαύσετε !
Γιώτα Ευταξία
>>
Γιώτα Ευταξία: Αγαπητή κα Γιαννέλου, σας καλωσορίζω στο «Ραδιόφωνο Τέχνης». Είναι μεγάλη χαρά που σας έχουμε μαζί μας.
Φαίδρα Γιαννέλου: Καλώς σας βρίσκω! Η χαρά είναι και δική μου!
Γ.Ε.: «Ο καλλιτέχνης υπάρχει επειδή ο κόσμος δεν είναι τέλειος», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Αντρέι Ταρκόφσκι. Άραγε, η μουσική επιδιώκει να διορθώσει αυτή την ατέλεια ή να την αναδείξει;
Φ.Γ.: Η απάντηση θεωρώ πως είναι διττή. Η μουσική μας φέρνει αντιμέτωπους με τα όριά μας. Όταν τη μελετάμε νιώθουμε ότι δεν κατακτάται ποτέ ολοκληρωτικά. Πάντοτε υπάρχει χώρος για εμβάθυνση και βελτίωση. Όταν την ακούμε, όμως, καταφέρνει να μας κάνει να αισθανθούμε πλήρεις και δυνατοί. Σχεδόν άτρωτοι.
Γ.Ε.: Είστε αριστούχος απόφοιτος του προπτυχιακού και μεταπτυχιακού προγράμματος στην κατεύθυνση «Διεύθυνση Ορχήστρας» του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου, με υπεύθυνο καθηγητή τον Μίλτο Λογιάδη, ενώ το 2012 ανακηρυχθήκατε Υποψήφια Διδάκτωρ του Τμήματος. Θα ήθελα να σταθώ στο γεγονός ότι είστε η πρώτη απόφοιτος διεύθυνσης ορχήστρας από Ελληνικό Πανεπιστήμιο. Πώς διαμόρφωσαν οι σπουδές σας τη μετέπειτα καλλιτεχνική σας πορεία;
Φ.Γ.: Οι σπουδές μου, θα έλεγα ότι έπαιξαν κομβικό ρόλο στη μετέπειτα πορεία μου. Φεύγοντας από την Ελλάδα και λαμβάνοντας μέρος σε διεθνή σεμινάρια και διαγωνισμούς, συνειδητοποίησα ότι το επίπεδο των σπουδών μου ήταν απολύτως ανταγωνιστικό σε διεθνές επίπεδο. Αυτό το οφείλω στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και στον καθηγητή μου, Μίλτο Λογιάδη, φυσικά. Μου προσέφεραν πολλές ώρες «πτήσης» - όπως έλεγε χαρακτηριστικά, μπροστά στην φοιτητική ορχήστρα, εμπειρία πολύτιμη για το νεαρό της ηλικίας μου ως μαέστρος.
Γ.Ε.: Στη μέχρι τώρα σταδιοδρομία σας έχετε συνεργαστεί με σπουδαίες ορχήστρες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Τι είναι αυτό που αλλάζει κάθε φορά για εσάς όντας στο πόντιουμ; Πώς διαμορφώνεται η σχέση σας με μια νέα ορχήστρα;
Φ.Γ.: Η σχέση με μια ορχήστρα μοιάζει με τις ανθρώπινες σχέσεις. Με κάποιους συντονίζεσαι από το πρώτο λεπτό· με άλλους χρειάζεται χρόνος και προσπάθεια για να οικοδομηθεί εμπιστοσύνη. Κάθε συνεργασία είναι μια νέα, απρόβλεπτη εμπειρία.
Ακόμη πιο συναρπαστική, όμως, είναι η επιστροφή σε μια ορχήστρα που έχεις ήδη διευθύνει. Η σχέση έχει μνήμη, αλλά δεν επαναλαμβάνεται ποτέ με τον ίδιο τρόπο. Κάθε φορά χρειάζεται να αναζητήσεις εκ νέου τις ισορροπίες.
Γ.Ε.: Αφορμώμενη από το γεγονός ότι, όπως αναφέρατε, η σχέση με μια ορχήστρα μοιάζει με τις ανθρώπινες σχέσεις θα ήθελα να σας ρωτήσω · εσείς, ως μαέστρος, πώς διαχειρίζεστε τις διάφορες ιδιοσυγκρασίες και πώς εμπνέετε τον κάθε μουσικό να δώσει τον καλύτερό του εαυτό;
Φ.Γ.: Η διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού είναι, ίσως, η πιο απαιτητική και λιγότερο ορατή πτυχή του επαγγέλματος του μαέστρου. Δεν αρκούν μόνο η γνώση και η τεχνική αρτιότητα. Ο μαέστρος οφείλει να ακούει, να αφουγκράζεται και συχνά να λειτουργεί ως διαμεσολαβητής. Χρειάζεται να ενθαρρύνει τους μουσικούς να εκφράσουν τον εσωτερικό τους κόσμο, ενώ ταυτόχρονα να βρίσκει τη χρυσή τομή ανάμεσα στο προσωπικό του όραμα και στις δυνατότητες της ορχήστρας. Αυτό απαιτεί υπομονή, επιμονή και στρατηγική σκέψη.
Γ.Ε.: Ένας μαέστρος πρέπει να είναι ακριβής, αλλά κι εκφραστικός. Με ποιον τρόπο δύνανται να συνυπάρξουν αυτά τα δύο χαρακτηριστικά;
Φ.Γ.: H ακρίβεια και η εκφραστικότητα δεν είναι αντιφατικές έννοιες. Συχνά συγχέουμε την ακρίβεια με μια άκαμπτη ερμηνεία. Στην πραγματικότητα, ο μαέστρος καλείται να διακρίνει πότε η αυστηρότητα είναι απαραίτητη και πότε μπορεί να εμπιστευτεί την ορχήστρα και να αφήσει τη μουσική να «αναπνεύσει».
Γ.Ε.: Σε ποιο βαθμό μπορεί να επέμβει ο μαέστρος στην ερμηνεία ενός έργου;
Φ.Γ.: Στην ιστορία της μουσικής υπάρχουν ερμηνείες που παρεμβαίνουν αισθητά στην παρτιτούρα και, ωστόσο, θεωρούνται ιστορικές. Αν διαβάσουμε το έργο παράλληλα με τέτοιες ερμηνείες, θα διαπιστώσουμε αποκλίσεις που τελικά δεν μας ξενίζουν, ίσως γιατί έχουν πλέον ενσωματωθεί στη συλλογική μας ακουστική μνήμη. Θεωρώ πως το ζήτημα είναι αισθητικό, υπό την προϋπόθεση ότι κάθε παρέμβαση υπηρετεί το πνεύμα του έργου.
Γ.Ε.: Θεωρείτε ότι το κοινό αναζητά στη συναυλία μια μορφή τελειότητας ή μια αυθεντική ανθρώπινη εμπειρία;
Φ.Γ.: Το κοινό αναζητά πρωτίστως μια αυθεντική εμπειρία. Η ζωντανή παρουσία και η ανθρώπινη ενέργεια δύσκολα μπορούν να αντικατασταθούν. Ακόμη και το πιο εκπαιδευμένο κοινό, όσο κι αν εντοπίζει λεπτομέρειες ή ατέλειες, στο τέλος επιθυμεί να φύγει από την αίθουσα μαγεμένο. Αν δεν υπάρξει αυτή η αίσθηση, η τεχνική αρτιότητα από μόνη της δεν αρκεί.
Γ.Ε.: Σε συνέντευξή του, ο πιανίστας Αρκάντι Βολόντος είχε δηλώσει χαρακτηριστικά «Η αληθινή μουσική γεννιέται από τη σιωπή, επιστρέφει σ’ αυτήν, εξαρτάται από αυτήν». Άραγε, επιδέχεται ερμηνεία η σιωπή;
Φ.Γ.: Η σιωπή δεν είναι απλώς το αντίθετο της μουσικής· είναι η προϋπόθεσή της. Ορίζει την αρχή και το τέλος ενός έργου, δημιουργεί ατμόσφαιρα, επιτρέπει στη φράση να «αναπνεύσει». Δεν επιδέχεται ερμηνεία με τον κυριολεκτικό όρο, όμως καθορίζει την ένταση και το νόημα κάθε ήχου που θα ακολουθήσει. Χωρίς τη σιωπή, η μουσική δεν θα μπορούσε να ανθίσει.
Γ.Ε.: Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα με τίτλο Baby Boom που διευθύνατε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Το πρόγραμμα αυτό απευθύνεται σε οικογένειες με βρέφη και παιδιά έως τεσσάρων ετών. Πώς προσεγγίζετε μουσικά αυτές τις ηλικίες;
Φ.Γ.: Όταν κλήθηκα για πρώτη φορά να οργανώσω το πρόγραμμα της συγκεκριμένης συναυλίας, βρέθηκα μπροστά σε αρκετές προκλήσεις. Τα βρέφη εκφράζονται, κυρίως, μέσα από το σώμα και το συναίσθημα, ενώ τα παιδιά έως τεσσάρων ετών δεν μπορούν να διατηρήσουν την προσοχή τους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αναρωτήθηκα ποιο ρεπερτόριο είναι κατάλληλο και αν η ένταση μπορεί να επηρεάσει τα βρέφη. Η πρώτη παράσταση λειτούργησε ως ένα δημιουργικό πείραμα. Τα παιδιά είναι ίσως το πιο απαιτητικό κοινό, γιατί αντιδρούν αυθεντικά και ακαριαία. Διαμορφώσαμε ένα πρόγραμμα που περιλάμβανε σχεδόν τα πάντα: ατμοσφαιρικά έργα, αλλά και πιο δυναμικές σελίδες του ρεπερτορίου. Πριν από κάθε κομμάτι, προετοίμαζα το κοινό με λίγες λέξεις και αυτό αποδείχθηκε πολύ βοηθητικό. Η ελευθερία κίνησης στον χώρο βοήθησε, επίσης, στη φυσική εκτόνωση και μείωσε την ένταση. Ίσως τελικά αυτή η ελευθερία να είναι κάτι που χρειαζόμαστε και οι ενήλικες στις συναυλίες…!
Γ.Ε.: Και αυτή η σκέψη με οδηγεί σε έναν ευρύτερο συλλογισμό, σχετικά με τον τρόπο που βιώνουμε σήμερα την πολιτιστική εμπειρία. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στο φλέγον ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς έχει εισβάλει δυναμικά και στον τομέα του πολιτισμού. Ποια είναι η άποψή σας επί του θέματος; Είναι δυνατόν ο πολιτισμός να αφομοιωθεί μέσω της τεχνητής νοημοσύνης;
Φ.Γ.: Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αναλύσει, να συνδυάσει και να παράγει υλικό με εντυπωσιακή ακρίβεια. Ωστόσο, η τέχνη δεν είναι μόνο αποτέλεσμα υπολογισμού. Είναι εμπειρία, βίωμα, ανθρώπινη ατέλεια, όπως αναφέραμε. Η καλλιτεχνική πράξη περιλαμβάνει ρίσκο, λάθος, παλμό, σιωπή, στοιχεία που δεν προκύπτουν αποκλειστικά από αλγόριθμους. Δεν θεωρώ ότι ο πολιτισμός θα «αφομοιωθεί», αλλά ότι θα δοκιμαστεί. Και, ίσως, μέσα από αυτή τη δοκιμασία να επαναπροσδιορίσουμε τι σημαίνει ανθρώπινη δημιουργία.
Γ.Ε.: Κύριο ρόλο στο Ραδιόφωνο Τέχνης έχει η μουσική και η ποίηση. Θα μου επιτρέψετε στο σημείο αυτό να μοιραστώ μαζί σας λίγους στίχους από την ποιητική συλλογή «Σύνδρομο» της Κικής Δημουλά : «Όνειρο σημαίνει / να μην υπάρχουν σύνορα /κι οι βλοσυροί καχύποπτοι φρουροί τους». Για εσάς τι σημαίνει όνειρο και πώς εκφράζεται μέσω της μουσικής;
Φ.Γ.: Το όνειρο για εμένα είναι ένας εσωτερικός χώρος ελευθερίας. Είναι εκεί όπου δεν υπάρχουν περιορισμοί, ρόλοι ή φόβοι. Εκεί όπου ο άνθρωπος μπορεί να υπάρξει χωρίς άμυνες. Η μουσική είναι, ίσως, ο πιο άμεσος δρόμος προς αυτό τον χώρο. Όταν ερμηνεύουμε ή ακούμε μουσική, καταργούνται τα σύνορα που αναφέρει η Δημουλά, όχι μόνο τα γεωγραφικά, αλλά και τα εσωτερικά. Η μουσική δεν χρειάζεται μετάφραση. Λειτουργεί πέρα από τη λογική και απευθύνεται απευθείας στο συναίσθημα.
Γ.Ε.: Φτάνοντας στο τέλος της υπέροχης συζήτησής μας θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας έναν αγαπημένο στίχο ή αγαπημένη μουσική που σας συγκινεί ιδιαίτερα;
Φ.Γ. Δεν θα επιλέξω έναν στίχο που δίνει απαντήσεις, αλλά έναν που αφήνει χώρο: «Ζήσε τις ερωτήσεις τώρα», γράφει ο Rainer Maria Rilke. Η φράση αυτή με συνοδεύει, γιατί η μουσική δεν έρχεται να κλείσει κύκλους, αλλά να τους ανοίξει.
Αν τη συνέδεα με μια μουσική, θα επέλεγα το Spiegel im Spiegel του Arvo Pärt, τον οποίο «συνάντησα» για πρώτη φορά στα φοιτητικά μου χρόνια. Είναι ένα έργο που μοιάζει να «αναπνέει» μαζί με τη σιωπή. Δεν επιδιώκει να συγκλονίσει αλλά να σε κάνει να μείνεις. Και ίσως αυτό είναι το πιο δύσκολο. Να μείνεις στην ερώτηση.
Γ.Ε. Σας ευχαριστώ θερμά και σας εύχομαι από καρδιάς κάθε επιτυχία στο σημαντικό έργο σας!
Φ.Γ.: Ευχαριστώ κι εγώ με τη σειρά μου για αυτή την τόσο όμορφη συνέντευξη!
>>
Σύντομο βιογραφικό σημείωμα
Η Φαίδρα Γιαννέλου γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι αριστούχος απόφοιτος του προπτυχιακού αλλά και του μεταπτυχιακού τίτλου με κατεύθυνση στη «Διεύθυνση Ορχήστρας» του Τμήματος Μουσικών Σπουδών Ιονίου Πανεπιστημίου, με υπεύθυνο καθηγητή τον Μ. Λογιάδη. Το 2012, ανακηρύχθηκε Υποψήφια Διδάκτωρ του Τμήματος Μουσικών Σπουδών Ιονίου Πανεπιστημίου. Έχει διευθύνει συμφωνικές ορχήστρες σε Η.Π.Α., Χιλή, Ρωσία και σχεδόν σε όλη την Ευρώπη και έχει παρακολουθήσει σεμινάρια με διεθνούς φήμης μαέστρους όπως B.Haitink, Κ.Masur, J.Panula, N.Järvi κ.ά. Έχει επίσης συνεργαστεί με σύνολα κι οργανισμούς όπως Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, Συμφωνική Ορχήστρα ΕΡΤ, Ορχήστρα των Χρωμάτων, Sistema Europe Youth Orchestra, Ένωση Ελλήνων Μουσουργών, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, Φεστιβάλ Αθηνών, Kyklos Ensemble και Canadian Brass. Το 2013 κέρδισε το δεύτερο βραβείο (ελλείψει πρώτου) στον Διεθνή Διαγωνισμό «Σ. Μιχαηλίδης» από τη Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου και το 2020 παρακολούθησε το διεθνές πρόγραμμα Global Leaders, σε συνεργασία με εννέα κορυφαία πανεπιστήμια των Η.Π.Α., αποκτώντας έναν μεταπτυχιακό τίτλο στην κοινωνική επιχειρηματικότητα και την πολιτιστική διαχείριση.
Phaedra Giannelou
Written by: Giota Eftaxia, Musician and Ethnomusicologist (NKUA)
‘For me, a dream is an inner space of freedom. It is a place without limitations, roles, or fears, where a person can exist without defences. Music is, perhaps, the most direct path to this space’.
Phaedra Giannelou
This month, we are delighted to welcome to ‘Radio Art’ one of the most talented conductors of the younger generation, Phaedra Giannelou. Integrity, sincerity, discretion, and nobility of spirit distinguish her, both as an artist and as a person.
Phaedra Giannelou represents a new generation of conductors who combine high artistic training with a deeply reflective approach to music. As the first graduate in Orchestral Conducting from a Greek university, she has already built a remarkable career and has collaborated with major orchestras in Greece and abroad. For her, music is a living organism that evolves and transforms—a field where communication and empathy are cultivated, emphasizing the human dimension of art and the uniqueness of the live experience, reminding us that hope and light exist even in the darkest moments…
With meaningful and sincere words, she invites us to see music as a space of freedom—a place where, as she characteristically notes ‘a person can exist without defences’.
I invite you to join us on a journey through the beautiful dialogue we shared, which I hope you will enjoy!
Giota Eftaxia
____________
Giota Eftaxia: Dear Ms. Giannelou, welcome to ‘Radio Art’. It is a great pleasure to have you with us.
Phaedra Giannelou: Thank you! The pleasure is mine as well!
G.E.: ‘The artist exists because the world is not perfect’, as Andrei Tarkovsky famously said. Does music attempt to correct this imperfection or to highlight it?
P.G.: I believe the answer is twofold. Music confronts us with our limitations. When we study it, we realise it can never be fully mastered. There is always room for deeper understanding and improvement. However, when we listen to it, it makes us feel complete and strong – almost invulnerable.
G.E.: You are an honors graduate of both undergraduate and postgraduate studies in Orchestral Conducting at the Department of Music Studies of the Ionian University, under Professor Miltiadis Logiadis, while in 2012 you were declared a PhD candidate. I would like to highlight that you are the first graduate in orchestral conducting from a Greek university. How did your studies shape your artistic path?
P.G.: My studies played a pivotal role in my development. Leaving Greece and participating in international masterclasses and competitions, I realized that my education was fully competitive at an international level. I owe this to the Ionian University and my professor, Miltos Logiadis. They offered me many ‘flight hours’ – as he used to say, in front of a student orchestra, an invaluable experience for a young conductor.
G.E.: Throughout your career, you have collaborated with major orchestras in Greece and abroad. What changes each time you stand on the podium? How does your relationship with a new orchestra develop?
P.G.: The relationship with an orchestra is similar to human relationships. With some, you connect from the very first moment; with others, it takes time and effort to build trust. Every collaboration is a new, unpredictable experience. Even more fascinating, however, is returning to an orchestra you have already conducted. The relationship has memory, but it is never repeated in exactly the same way. Each time, you must rediscover the balance.
G.E.: Since you mentioned that the relationship with an orchestra resembles human relationships, how do you, as a conductor, manage different personalities and inspire each musician to give their best?
P.G.: Managing human resources is perhaps the most demanding and least visible aspect of a conductor’s profession. Knowledge and technical skill alone are not enough. A conductor must listen, sense, and often act as a mediator. They need to encourage musicians to express their inner world while finding a balance between their personal vision and the orchestra’s capabilities. This requires patience, persistence, and strategic thinking.
G.E.: A conductor must be precise but also expressive. How can these two qualities coexist?
P.G.: Precision and expressiveness are not contradictory. We often confuse precision with rigidity. In reality, the conductor must know when strictness is necessary and when to trust the orchestra and let the music ‘breathe’.
G.E.: To what extent can a conductor intervene in the interpretation of a work?
P.G.: In music history, there are interpretations that significantly alter the score and yet are considered historic. If we compare them to the written work, we notice deviations that no longer seem strange—perhaps because they have become part of our collective listening memory. I believe the issue is aesthetic, provided any intervention serves the spirit of the work.
G.E.: Do you think audiences seek perfection in a concert or an authentic human experience?
P.G.: Audiences primarily seek an authentic experience. Live presence and human energy are difficult to replace. Even the most educated audience, while noticing details or imperfections, ultimately wants to leave the hall enchanted. Without that feeling, technical perfection alone is not enough.
G.E.: The pianist Arcadi Volodos once said, ‘True music comes from silence, returns to it, and depends on it’. Can silence be interpreted?
P.G.: Silence is not merely the opposite of music; it is its prerequisite. It defines the beginning and end of a work, creates atmosphere, and allows a phrase to ‘breathe’. It cannot be interpreted literally, but it shapes the intensity and meaning of every sound that follows. Without silence, music could not flourish.
G.E.: You conducted the educational program ‘Baby Boom’ at the Athens Concert Hall for a second consecutive year, aimed at families with infants and children up to four years old. How do you approach these ages musically?
P.G.: When I was first invited to organize the program, I faced several challenges. Infants express themselves mainly through the body and emotion, while children up to four cannot maintain attention for long. I wondered what repertoire would be appropriate and whether volume might affect infants. The first performance became a creative experiment. Children are perhaps the most demanding audience because they react authentically and instantly. We created a program that included almost everything: atmospheric works and more dynamic pieces. Before each piece, I prepared the audience with a few words, which proved very helpful. Freedom of movement also helped release energy and reduce tension. Perhaps this is something adults need in concerts as well…!
G.E.: This leads to a broader reflection on how we experience culture today, especially with the rise of artificial intelligence. What is your opinion? Can culture be absorbed through AI?
P.G.: Artificial intelligence can analyze, combine, and produce material with impressive accuracy. However, art is not only the result of calculation. It is experience, lived reality, human imperfection. Artistic creation involves risk, error, pulse, and silence—elements that do not arise solely from algorithms. I do not think culture will be ‘absorbed’, but rather tested. Perhaps through this test, we will redefine what human creation means.
G.E.: Music and poetry play a central role at Radio of Art. Allow me to share a verse by Kiki Dimoula: ‘Dream means/ there are no borders / nor their stern, suspicious guards’. What does a dream mean to you, and how is it expressed through music?
P.G.: For me, a dream is an inner space of freedom. It is a place without limitations, roles, or fears, where a person can exist without defences. Music is, perhaps, the most direct path to this space. When we perform or listen to music, the boundaries Dimoula refers to disappear—not only geographical ones, but internal ones as well. Music needs no translation. It operates beyond logic and speaks directly to emotion.
G.E.: As we reach the end of our wonderful conversation, would you like to share a favorite verse or piece of music that deeply moves you?
P.G.: I will not choose a verse that provides answers, but one that leaves space: ‘Live the questions now’, writes Rainer Maria Rilke. This phrase stays with me, because music does not close circles, but it opens them.
If I were to connect it to music, I would choose Spiegel im Spiegel by Arvo Pärt, which I first encountered during my student years. It is a work that seems to ‘breathe’ with silence. It does not aim to overwhelm, but to make you stay. And perhaps that is the most difficult thing—to remain within the question.
G.E.: Thank you very much, and I sincerely wish you every success in your important work!
P.G.: Thank you as well for this wonderful interview!
____
Brief Biography
Phaedra Giannelou was born in Athens and is an honors graduate of both undergraduate and postgraduate studies in Orchestral Conducting at the Department of Music Studies, Ionian University, under Professor Miltos Logiadis. In 2012, she became a PhD candidate at the same department. She has conducted symphony orchestras in the USA, Chile, Russia, and throughout Europe, and has attended masterclasses with internationally renowned conductors such as B. Haitink, K. Masur, J. Panula, N.Järvi, etc. She has also collaborated with ensembles and organizations including the Athens State Orchestra, Thessaloniki State Symphony Orchestra, ERT Symphony Orchestra, Orchestra of Colors, Sistema Europe Youth Orchestra, Greek Composers’ Union, Athens Concert Hall, Thessaloniki Concert Hall, Athens Festival, Kyklos Ensemble, and Canadian Brass. In 2013, she was awarded second prize (with no first prize given) at the International ‘Solon Michaelides’ Competition by the Cyprus Symphony Orchestra. In 2020, she completed the Global Leaders international program, in collaboration with nine leading US universities, earning a postgraduate degree in social entrepreneurship and cultural management.